image003-18

Πώς να καλλιεργήσουμε την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμησηΔιορθωμένο

Written by geroskipou on . Posted in Άρθρα

Άρτεμις Ανδρέου

image003-18Ενθάρρυνση!

Αυτό λέμε συνήθως στους γονείς όταν το παιδί τους είναι πολύ ντροπαλό, δεν έχει αναπτυγμένη την αυτοπεποίθησή του, όταν δεν τολμά να κάνει κάτι καινούριο.

«Πρέπει να το ενθαρρύνετε! Να το επαινείτε! Να το ενθαρρύνετε να κάνει πράγματα καινούρια…. και άλλα τόσα»

Τι είναι όμως η ενθάρρυνση; Σύμφωνα με τον Ντον Ντινκμέγιερ, στο βιβλίο του «Σχολείο για Γονείς», η ενθάρρυνση ορίζεται ως η διαδικασία κατά την οποία η προσοχή μας επικεντρώνεται στα θετικά σημεία των παιδιών μας, με στόχο την καλλιέργεια της αυτοπεποίθησης και της αυτοεκτίμησης του εαυτού τους.

Προσφέροντας ενθάρρυνση σε ένα παιδί το βοηθάς να πιστέψει στον εαυτό του, να αναγνωρίσει τα λάθη του και να μάθει από αυτά, να τολμήσει να κάνει πράγματα που μέχρι τότε δεν τολμούσε, άσχετα αν πετύχει ή όχι.

Φυσικά, για να μπορέσουμε να βοηθήσουμε το παιδί μας να αναπτύξει την αίσθηση την αυτοπεποίθησής του, δεν θα γίνει από την μια μέρα στην άλλη, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε εμείς τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε και επικοινωνούμε μαζί του. Πρώτα, όπως αναφέραμε και σε ένα άλλο άρθρο μας, δεν πρέπει να επικεντρωνόμαστε πάντα στα αρνητικά στοιχεία του παιδιού και στα λάθη του. Η αλήθεια είναι ότι αυτά φαίνονται πρώτα και πιο πολύ! Όμως εμείς πρέπει να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και με υπομονή να βρούμε και να τονίσουμε το θετικό στοιχείο της υπόθεσης. Για παράδειγμα αν το παιδί μας στο σχολείο γράφει διαγώνισμα και ο βαθμός του είναι πολύ κατώτερος από αυτό που αναμένετε. Στο προηγούμενο όμως διαγώνισμα είχε πάρει ακόμα πιο χαμηλό βαθμό. Ξέρει ότι έκανε λάθη. Δεν χρειάζεται να του τα επισημάνουμε εμείς! Από εμάς χρειάζεται να του δώσουμε το μήνυμα ότι το δεχόμαστε όπως είναι και ότι ξέρουμε πόσο προσπάθησε και ότι αυτό έχει την περισσότερη σημασία. Του δίνουμε το θάρρος να προσπαθήσει για κάτι περισσότερο ακόμα. Φυσικά δεν μιλάμε εδώ για περιπτώσεις που το παιδί δεν προσπαθεί καθόλου. Εκεί χρειάζεται ίσως άλλη μέθοδος και χρήση.

Συζητώντας πολλές φορές με γονείς και εκπαιδευτικούς φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής μας έχει επηρεάσει τόσο ώστε να βρίσκουμε και να επισημαίνουμε με εύκολο τρόπο τα λάθη και το χειρότερο να αποθαρρύνουμε τον άλλο για να κάνει κάτι καλύτερο. Μιλώντας, παρατηρήστε το αυτό, με το ή τα παιδιά μας συνήθως τα μισά από αυτά που τους λέμε είναι παρατηρήσεις για λάθη που έχουν κάνει. Πολλοί γονείς πάλι πιστεύουν ότι επιμένοντας στον εντοπισμό και στο να κατακρίνουν τα λάθη των παιδιών τους θα τα βοηθήσουν να τα αντιληφθούν και να βελτιωθούν. Στην πραγματικότητα όμως αυτό οδηγεί τα παιδιά στο να αρχίσουν να image004-18νιώθουν ανίκανα, άχρηστα και ικανά μόνο να σας απογοητεύουν. Και δεν έχουν άδικο! Άραγε αν στη δουλειά μας κάποιος ανώτερός μας, όλο μας κατέκρινε και μας επισήμαινε συνεχώς τα λάθη μας πώς θα νιώθαμε; Θα νιώθαμε καλύτερα ή θα νιώθαμε κι εμείς άχρηστοι και ανίκανοι;

Όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα και τα περιθώρια για να βελτιωθούν. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει να νιώσουν αυτοπεποίθηση και να πιστέψουν στον εαυτό τους ότι μπορούν να γίνουν καλύτεροι. Αυτό ισχύει για όλους και μικρούς και μεγάλους. Για να πιστέψουμε στον εαυτό μας πρέπει κάποιος άλλος να πιστέψει σε μας και να μας ενθαρρύνει. Αυτό πρέπει να γίνει και στο παιδί μας. ΕΜΕΙΣ πρώτοι πρέπει να πιστέψουμε στο παιδί μας και στις δυνατότητές του για βελτίωση. Η έλλειψη πίστης σε αυτό το οδηγεί και το προετοιμάζει για την αποτυχία. Πρέπει να δίνουμε το μήνυμα της εμπιστοσύνης και να αναγνωρίζουμε την προσπάθεια και βελτίωση και όχι μόνο το τελικό αποτέλεσμα.

Αρκετοί πιστεύουμε ότι όταν επαινούμε τα παιδιά μας είναι το ίδιο με το να τα ενθαρρύνουμε. Η ενθάρρυνση και ο έπαινος μοιάζουν για το λόγο ότι και τα δυο επικεντρώνονται στη θετική συμπεριφορά. Όμως ο έπαινος έχει την ιδιότητα της ανταμοιβής και κατά κάποιο τρόπο καλλιεργεί το αίσθημα του ανταγωνισμού. Ο έπαινος μας δίνει την δυνατότητα να κινητοποιήσουμε το παιδί με μια εξωτερική ανταμοιβή. Για παράδειγμα, πολλές μαμάδες για να σταματήσουν να κλαίνε τα παιδιά τους τις πρώτες μέρες τους στο νηπιαγωγείο τους αγοράζουν κάθε φορά ένα καινούριο παιχνίδι ή γλυκά. Αυτή είναι μια πράξη επαίνου με στόχο να κινητοποιήσει το παιδί να μείνει στο σχολείο.

Η ενθάρρυνση από την άλλη προσφέρεται για την προσπάθεια και τη βελτίωση του παιδιού ακόμα και για την πιο μικρή. Ο γονιός που ενθαρρύνει δεν ενδιαφέρεται να συγκρίνει το παιδί του με τα άλλα, αλλά ενδιαφέρεται το παιδί του να δεχτεί τον εαυτό του και να καλλιεργήσει το θάρρος να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες του και να τολμά να κάνει αυτό που ίσως του φαντάζει πολύ δύσκολο.

Η ενθάρρυνση μπορεί να είναι λεκτική ή και μη λεκτική. Στη λεκτική ενθάρρυνση αποφεύγουμε φράσεις και επίθετα όπως καλός, κακός, σπουδαίος, άχρηστος, ανίκανος, κα. Χρησιμοποιούμε φράσεις όπως «…μου άρεσε ο τρόπος που το αντιμετώπισες …», που δείχνουν αποδοχή ή εμπιστοσύνη «…. Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις…»

Επικεντρωνόμαστε και δίνουμε προσοχή στα θετικά σημεία «….έχεις επιδεξιότητα στη ζωγραφική….» Και στην προσπάθεια «…φαίνεται ότι έχεις προσπαθήσει πολύ για να το πετύχεις αυτό…».

Αποφεύγουμε τις παρατηρήσεις που υπονοούν το « σου το είπα εγώ». Δηλαδή να αποφύγουμε παρατηρήσεις που έχουν να κάνουν με ηθικό κήρυγμα. Π.χ. Είδες που τα κατάφερες εγώ το ήξερα αλλά δεν με άκουγες.

Η ενθάρρυνση πρέπει πάντα να στοχεύει:

image001-18 Το παιδί να αποκτήσει αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση

image001-18 Να αρχίσει να νιώθει υπεύθυνο για τη συμπεριφορά του

image001-18 Να μάθει να χαίρεται για τις επιτυχίες των άλλων, αλλά και τις δικές του.

image001-18 Να μάθει να προσπαθεί κα να θέλει να βελτιώνεται.

image001-18 Να βρει το θάρρος να δέχεται τα λάθη του και να αντιληφθεί ότι κανείς δεν είναι τέλειος. Ούτε εμείς είμαστε, αλλά ούτε και αυτό.

image001-18 Να μάθει να αξιολογεί την πρόοδό του και να παίρνει αποφάσεις που θα το βοηθήσει να βελτιωθεί.

Ενθάρρυνση τέλος σημαίνει : image005-18

image001-17

Πρόληψη εξάρτησης

Written by geroskipou on . Posted in Άρθρα

«Πρόληψη Ουσιοεξάρτησης στην Εφηβεία: Προς Ένα Μοντέλο Σύγκλισης Δράσεων στο Τοπικό Επίπεδο»

Δέσποινα Κοχλιού[*] Αθηνά Αναστασίου**

image001-17Το ζήτημα της ουσιοεξάρτησης είναι πολυπαραγοντικό. Συνδέεται με ψυχοκοινωνικούς, βιολογικούς, οικογενειακούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς παράγοντες. Ο σχεδιασμός μιας προληπτικής παρέμβασης θα πρέπει να απευθυνθεί σε όλους αυτούς τους παράγοντες. Για αυτόν το λόγο είναι τόσο δύσκολο το έργο της πρόληψης. Στον 21ο αιώνα η πρόληψη αποτελεί μόνη της μια διε-επιστήμη, μια βάση όπου άλλες επιστήμες συναντώνται με έναν κοινό στόχο. Το άρθρο αυτό, λοιπόν, επιχειρεί να μελετήσει τη δυνατότητα ανάπτυξης ενός μοντέλου συνεργασίας και σύγκλισης δράσεων στο τοπικό επίπεδο με βάση τα ευρήματα ποιοτικής έρευνας για την ανάπτυξη και δικτύωση των υπηρεσιών πρόληψης στην Κύπρο.

Το κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο μιας κοινωνίας καθορίζει τι είναι εφικτό και τι όχι, όσο αφορά στον τρόπο εξέλιξης της χρήσης, κατάχρησης και εθισμού στις ουσίες. Η πρόληψη της χρήσης των ναρκωτικών αποτελεί ένα εξέχον παράδειγμα του πόσο επιρρεπείς είναι ορισμένοι τομείς της πρακτικής της πρόληψης στις απόψεις και συλλογικές αξίες που προωθούνται από διάφορες κοινωνικές ομάδες- στη συγκεκριμένη περίπτωση, απόψεις για τη χρήση ουσιών. Αυτή η ευθυγράμμιση με κοινωνικές συγκρούσεις και νόρμες αναπόφευκτα αναδεικνύει εγγενή και θεσμικά εμπόδια στην ελεύθερη ροή της πρόληψης, αλλά έχει και τα πλεονεκτήματά της (Canning et al., 2004).

Ο στόχος του έργου της πρόληψης είναι η βελτίωση της δημόσιας και ψυχικής υγείας. Αξίζει, λοιπόν, να διασαφηνίσουμε και να επεξηγήσουμε μερικές έννοιες που ισχύουν όσο αφορά στις μορφές της πρόληψης στον τομέα της ουσιοεξάρτησης. Η πρόληψη διακρίνεται σε καθολική, που απευθύνεται στο γενικό πληθυσμό, σε επιλεκτική, που επικεντρώνεται σε ειδική ομάδα/στόχο και σε ενδεδειγμένη που παρεμβαίνει για στήριξη ατόμων για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις χρήσης ουσιών ή άλλων σχετικών προβλημάτων συμπεριφοράς, αλλά που όμως δεν έχουν διαγνωστεί ως εξαρτημένα (ΑΣΚ, 2006, 2009).

image002-17image003-17Ο σκοπός μπορεί να είναι η άμεση προαγωγή μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς (όπως η παύση ή η ριζική άρνηση του καπνίσματος) ή η ενίσχυση της προσωπικότητας. Εδώ πρέπει να συνυπολογιστεί ο βαθμός στον οποίο το άτομο είναι ικανό να ελέγξει τις παρορμήσεις του και πρόθυμο να δεχτεί τις συνέπειες της συμπεριφοράς του εφόσον αυτή επηρεάζει και άλλους ανθρώπους. Αυτή η έμφαση στη στάση ως προς τη ζωή και τις κοινωνικές δεξιότητες μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην απόφαση του ατόμου να απαρνηθεί την ανεύθυνη συμπεριφορά του στο μέλλον, λ.χ. όσο αφορά στη χρήση παρανόμων ουσιών (Britton & Noor, 2003). Σε αυτό το πλαίσιο, η δόμηση του ατομικού χαρακτήρα είναι ο ενδιάμεσος στόχος του έργου της πρόληψης και η αποφυγή των ουσιών το αποσκοπούμενο αποτέλεσμα. Καθίσταται αμέσως σαφές ότι το έργο της πρόληψης είναι το αποτέλεσμα συνδυασμένης δράσης διαφορετικών ανθρώπων: η διαμόρφωση του χαρακτήρα των νεαρών ατόμων δεν είναι μόνο αρμοδιότητα των υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας ή υγείας ούτε των ειδικών στο πεδίο των ουσιοεξαρτήσεων, αλλά των γονέων και των δασκάλων (Offord, 2000).

Η εφαρμογή όμως στρατηγικών πρόληψης είναι κάτι που αφορά την ίδια την πολιτεία και τους θεσμούς της. Δεν αφορά μόνο τις εξειδικευμένες υπηρεσίες του κράτους ή του τρίτου τομέα στο θέμα αυτό αλλά θα πρέπει να ενδιαφέρει και να κινητοποιεί όλα τα κοινωνικά συστήματα που απαρτίζουν τον κοινωνικό ιστό που μέσα του γεννιούνται, ανατρέφονται και εκπαιδεύονται τα παιδιά και οι νέοι (Burkhart, & Matt, 2003). Η διεθνής εμπειρία έχει καταδείξει ότι η πληροφόρηση για τα ναρκωτικά πολλές φορές λειτουργεί σαν διαφήμιση. Η ενημέρωση για ένα θέμα δεν συνεπάγεται ούτε κατανόηση του φαινομένου ούτε αλλαγή συμπεριφοράς. Για αυτόν το λόγο δεν θα πρέπει να γίνεται αποσπασματικά από φορείς μη επιστημονικούς. Είναι απαραίτητη η ξεκάθαρη πολιτική βούληση ώστε να επιτευχθεί συνεργασία με όλους τους φορείς, επιστημονικούς και μη και να μετέχει όλη η κοινότητα (Κοχλιού & Σπανέας, 2011). Γιατί η πρόληψη αφορα ποιότητα ζωής, στάση ζωής και αλλαγή.

Αποτελέσματα έρευνας για το βαθμό δικτύωσης των υπηρεσιών για την πρόληψη της ουσιοεξάρτησης στην εφηβεία

image004-17Σκοπός της έρευναςήταν η διερεύνηση των προγραμμάτων πρόληψης ουσιοεξαρτήσεων για εφήβους στο Δημόσιο, Ιδιωτικό και Εθελοντικό τομέα, καθώς και των δράσεων που αναλαμβάνουν στον τομέα της καθολικής πρόληψης των ουσιοεξαρτήσεων σε τοπικό επίπεδο. Επίσης, μελετήθηκαν διεξοδικά και εκτενέστερα τα δίκτυα συνεργασίας που αναπτύσσουν οι αρμόδιοι φορείς στον τομέα της καθολικής πρόληψης των ναρκωτικών στους τρεις τομείς και τους τρόπους συνεργασίας και τις δράσεις που αναλαμβάνουν από κοινού για τη μείωση ή και εξάλειψη του φαινομένου. Με αυτό τον τρόπο επιδιώχθηκε η σφαιρική παρουσίαση της εικόνας που επικρατεί σχετικά με το βαθμό δικτύωσης και συνεργασίας των υπηρεσιών και κατά πόσο οι πολιτικές του κράτους λειτουργούν ικανοποιητικά, ώστε να διευκολύνουν και να συντηρούν αυτήν τη συνεργασία. Η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης έρευνας ήταν ποιοτική μέσω ημι-δομημένων συνεντεύξεων που διενεργήθηκαν με λειτουργούς πρόληψης.

Τα κύρια συμπεράσματα της έρευνας αφορούσαν περιληπτικά τα εξής: α) Σε κάποιες υπηρεσίες διαπιστώθηκε ότι υπάρχει επαρκής συνεργασία και σε κάποιες άλλες υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι σημαντικό να δημιουργηθούν σαφή πλαίσια εργασίας, ώστε να αποφεύγεται η αλληλοεπικάλυψη. β) Όσο αφορά τους παράγοντες που παρεμποδίζουν την παροχή προληπτικών προγραμμάτων συνοψίζονται στην έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και την ανεπάρκεια των οικονομικών πόρων. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στις πλείστες υπηρεσίες προκαλεί φόρτο και μειωμένη απόδοση εργασίας. γ) Για τη σωστή λειτουργία των προγραμμάτων και αναβάθμιση τους επισημάνθηκε ότι θα πρέπει να γίνεται αξιολόγηση τους ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να διερευνάται η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητά τους. δ) Όσο αφορά την καλύτερη στρατηγική ανάπτυξης των υπηρεσιών για την παροχή προληπτικών προγραμμάτων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο διατυπώθηκε η κοινή άποψη από τις πλείστες υπηρεσίες ότι θα πρέπει να γίνει εκτίμηση των αναγκών της κοινότητας και στη συνέχεια να σχεδιαστούν τα κατάλληλα προγράμματα σύμφωνα με τις ανάγκες που έχουν εντοπιστεί. ε) Όσο αφορά την παροχή προληπτικών προγραμμάτων εντός της κοινότητας εντοπίζονται διάφορα κενά. Οι ίδιες οι τοπικές αρχές δεν αναλαμβάνουν συγκεκριμένες προληπτικές δράσεις. Εμπόδιο στην εφαρμογή προληπτικών δράσεων μέσα στα πλαίσια της κοινότητας είναι η έλλειψη του κατάλληλου θεσμικού και οργανωτικού πλαισίου που θα δίνει την εξουσία στις ΑΤΑ να ενεργήσουν, να σχεδιάσουν και να θέσουν σε εφαρμογή τα ανάλογα προγράμματα για μείωση ή εξάλειψη σε κάποιο βαθμό του προβλήματος. Παράλληλα για να λειτουργήσει η τοπική κοινότητα ως αυτόνομη θα πρέπει να έχει και τους κατάλληλους πόρους για να μπορέσει να υλοποιήσει τις ανάλογες δράσεις. Σημαντική είναι η ανάπτυξη μιας αποκεντρωτικής φιλοσοφίας, όπου θα παρέχονται προγράμματα περισσότερο σε τοπικό επίπεδο και σε στοχοθετημένες ομάδες υψηλού κινδύνου.

Με βάση τα όσα ήδη αναφέρθηκαν η στρατηγική για την πρόληψη θα μπορούσε να στηριχθεί σε ένα πλαίσιο το οποίο συμπεριλαμβάνει τα παρακάτω στάδια:

  1. Εκτίμηση αναγκών της τοπικής κοινωνίας: Αυτό σε πρακτικό επίπεδο σημαίνει ότι στην κάθε τοπική κοινωνία θα πρέπει να ενισχυθεί η προσπάθεια επιστημονικής καταγραφής και εκτίμησης αναγκών της, έτσι ώστε έχοντας μπροστά μας έναν αξιόπιστο κοινωνικό χάρτη να μπορούμε να σχεδιάσουμε μακροπρόθεσμες στρατηγικές παρέμβασης που να απαντούν στις πραγματικές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας.
  2. Οικοδόμηση Ικανοτήτων: αναφέρεται τόσο στην αναγνώριση πιθανών πόρων της κοινότητας όσο και στην απόκτηση νέων ικανοτήτων μέσω εκπαίδευσης οι οποίες θα συμβάλλουν αποφασιστικά στην επίτευξη του στόχου, όπως η λήψη αποφάσεων, η δικτύωση, η αναγνώριση κινδύνων, ευκαιριών, απειλών κλπ.
  3. Η ανάπτυξη του στρατηγικού σχεδίου θα βασιστεί εν πολλοίς στα δυο προηγούμενα στάδια δηλαδή στις ανάγκες και τις ικανότητες που ήδη υπάρχουν για να κατασκευαστεί η αντίστοιχη παρέμβαση της οποίας η εφαρμογή θα επιλύσει ένα συγκεκριμένο ζήτημα.
  4. Η εφαρμογή φυσικά αναφέρεται στην υλοποίηση του προγράμματος παρέμβασης το οποίο τοποθετείται σε ένα συγκεκριμένο χρονικό και τοπικό πλαίσιο με δραστηριότητες οι οποίες ανάλογα με τις ανάγκες μπορεί να απευθύνονται στο γενικό πληθυσμό της κοινότητας ή σε μια συγκεκριμένη ομάδα στόχου, π.χ. κορίτσια ηλικίας 14-16 ετών που ζουν στην τάδε περιοχή.
  5. Τέλος η αξιολόγηση του στρατηγικού σχεδίου η οποία μπορεί να λάβει διάφορες μορφές ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος και τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

image005-17



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αντιναρκωτικό Συμβούλιο Κύπρου, (ΑΣΚ), (2004). Εθνική Στρατηγική για τα Ναρκωτικά 2004-2008, Λευκωσία.

Αντιναρκωτικό Συμβούλιο Κύπρου, (ΑΣΚ), (2006). Οδηγός Προγραμμάτων Πρόληψης; Καθολική; Επιλεκτική; Ενδεικνυόμενη, μη- δημοσιευμένο.

Αντιναρκωτικό Συμβούλιο Κύπρου, (ΑΣΚ), (2009). Εθνική Στρατηγική για τα Ναρκωτικά 2009-2012, Λευκωσία.

Britton, J. & Noor, S., (2003). Firststepsinidentifyingyoungpeople’s substance related needs. London: Home Office.

Burkhart, G. & Matt, B., (2003) Community-based drug prevention programmes from EDDRA.http://eddrapdf.emcdda.org/community_projects_from_EDDRA.pdf [accessed 09/05/11]

Canning U, Millward L, Raj, T., & Warm, D., (2004) Drug use prevention among youngpeople: a review of reviews. London: Health Development Agency.

Κοχλιού, Δ. & Σπανέας, Σ., (2011). Ηλεκτρονική Δικτύωση Κοινωνικών Υπηρεσιών. Κοινωνική Εργασία, τ. 101, σελ: 6-15. Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος.

National Institute on Drug Abuse, (2003). Preventing Drug Use among Children and Adolescents: A Research- Based Guide for Parents, Educators and Community Leaders. US Department of Health and Human Services.

Offord, D. R., (2000). Selection of Levels of Prevention. Addictive Behaviours, Vol.25, No.6, pp 833- 842.

Τσιάντης, Ι., (1998). «Βασική Παιδοψυχιατρική: Εφηβεία», Αθήνα: Καστανιώτης.



[*] Η Δρ. Δέσποινα Κοχλιού είναι Λέκτορας Κοινωνικής Εργασίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.

** Η Αθηνά Αναστασίου είναι απόφοιτη του Προγράμματος Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

image002-16

Πόση μητέρα

Written by geroskipou on . Posted in Άρθρα

«ΠΟΣΗ ΜΗΤΕΡΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;»

Γκιούρκα Γεωργία, Ψυχολόγος MSc, Δραματοθεραπεύτρια

 

Αφορμή για την ενασχόληση με το ερώτημα πόση μητέρα χρειάζεται ο άνθρωπος αποτέλεσαν 2 ερεθίσματα:

– η εμπειρία μου με ομάδες γονέων και οικογένειες και κάποιες επαναλαμβανόμενες αναρωτήσεις κυρίως των μητέρων (Πόσο κοντά πρέπει να είμαι στο παιδί μου; Μήπως ο χρόνος που περνάω μαζί του δεν είναι αρκετός; Έχω ενοχές που δουλεύω και λείπω πολλές ώρες…) και

– ένα βιβλίο που φέρει αυτό τον τίτλο[1]

Ας ξεκινήσουμε προσπαθώντας να απαντήσουμε στο ερώτημα τι είναι μητέρα.

Και μόνο ετυμολογικά ο όρος πέρα από τη φυσική διαδικασία του να φέρεις ένα παιδί στο κόσμο, σημαίνει και το πρόσωπο που φροντίζει για τους άλλους[2].

Μια σύντομη αναδρομή στις επικρατούσες αντιλήψεις για το μητρικό ρόλο, θα μας βοηθούσε να δούμε ότι δεν ήταν ίδιες αυτές οι αντιλήψεις ανά τους αιώνες και ότι διαμορφωνόταν ανάλογα με τις πολιτιστικές, οικονομικές, και κοινωνικές συνθήκες.

Η μητρότητα ως βιολογικό φαινόμενο υπήρχε ανέκαθεν. Η ανατροφή και η φροντίδα των παιδιών, μέχρι τη στιγμή που θα μπορούν πλέον να συντηρηθούν μόνα τους, αποτελεί πράγματι ένα φαινόμενο παγκόσμιο και διαχρονικό. Εάν δε συνέβαινε αυτό, η ανθρωπότητα δε θα μπορούσε να επιβιώσει. Όλες οι μητέρες φρόντιζαν- λιγότερο ή περισσότερο- τα παιδιά τους.

Μητέρα, κατά τα παλιότερα χρόνια της ανθρωπότητας, σήμαινε κυρίως εγκυμοσύνη και γέννηση, χάρισμα ζωής. Στους αρχαίους μύθους έχει ταυτιστεί με την καταγωγή, την προέλευση της ζωής, την εμφάνιση των ζώων, των φυτών και των ανθρώπινων δημιουργημάτων (μητέρα γη). Κάποια αγάλματα, από τα πρώτα αντικείμενα που κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας, συμβολίζουν τη γυναίκα ως φορέα της νέας ζωής: σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, με μεγάλο στήθος και κοιλιά, μικρό κεφάλι και πλατιά λεκάνη. Αντικείμενο της λατρείας ήταν η γονιμότητα και κατά συνέπεια η ίδια η δημιουργία της ζωής και όχι η μορφή της μητέρας και η στάση της απέναντι στο παιδί.

Στις αγροτικές κοινωνίες της προβιομηχανικής Ευρώπης, οι γυναίκες κατείχαν χαμηλότερη θέση από τους άντρες, αλλά η γονιμότητά τους προσέδιδε μεγάλη αξία. Η θέση μιας παντρεμένης γυναίκας εξαρτιόταν από τον αριθμό των παιδιών της, ειδικά των γιων (υπερτίμηση της φυσικής πλευράς της μητρότητας).

Μέχρι τον 18ο αιώνα η τάξη των πλουσίων – ευγενών δεν ασχολιόταν ιδιαίτερα με τα παιδιά. Οι γυναίκες των ευγενών διέθεταν το χρόνο τους κυρίως στην πνευματική τους ικανοποίηση και στην ψυχαγωγία τους. Για παράδειγμα οι γυναίκες της καλής κοινωνίας δεν συνήθιζαν να θηλάζουν οι ίδιες τα παιδιά τους, που τα παρέδιδαν σε κάποια άλλη γυναίκα να το κάνει, ενώ στη συνέχεια τα αναλάμβανε η γκουβερνάντα ή ο οικοδιδάσκαλος αν επρόκειτο για αγόρι.

Κατά ανάλογο τρόπο στους απλούς ανθρώπους της υπαίθρου, τα παιδιά, σε μικρή ηλικία παρέμεναν στο σπίτι, χωρίς όμως και πάλι να αναπτύσσουν στενή σχέση με τη μητέρα τους, αφού εκείνη είχε να ασχοληθεί με ένα σωρό δουλειές. Κι αυτά, μπαίνοντας στην εφηβεία τους, εγκατέλειπαν το σπίτι τους προκειμένου να εργαστούν κάπου ως μαθητευόμενοι ή άρχιζαν υπεύθυνες αγροτικές εργασίες δίπλα στον πατέρα τους.

Η εξιδανίκευση της μητρικής αγάπης και η υπερεκτίμηση της παιδικής ηλικίας αυξήθηκαν κατά τους τελευταίους 3 αιώνες ακολουθώντας μια εξελικτική πορεία.

Η υπερτίμηση της ψυχικής πλευράς της μητρότητας έναντι της φυσικής, ξεκίνησε τον 18ο αιώνα, που ιστορικά συνέπεσε με τη δημιουργία της αστικής οικογένειας. Οι γυναίκες των αστών του 18ου αιώνα, σε αντίθεση με τις αγρότισσες, είχαν απελευθερωθεί από τις παραγωγικές εργασίες και ήταν κυρίως απασχολημένες με τα μητρικά τους καθήκοντα (η νέα αστική τάξη ανταγωνιζόταν τους ευγενείς προβάλλοντας το νέο αστικό ήθος από την αξία που παίρνει η εργασία και η τήρηση των καθηκόντων).

Τη συγκεκριμένη εποχή επίσης ανακαλύφθηκε η «παιδική ηλικία». Ένας καταιγισμός παιδαγωγικών έργων είδε το φως της δημοσιότητας, στα οποία η μητέρα αποτελούσε τον κύριο πρωταγωνιστή- κι ο πατέρας άρχισε να περιορίζεται στο εκτός του σπιτιού. Οι μητέρες ενθαρρύνονται να αυξήσουν τη χρονική διάρκεια του θηλασμού και να κρατούν τα παιδιά στο σπίτι, αναλαμβάνοντας προσωπικά το έργο της ανατροφής τους.

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα η εξιδανίκευση της μητέρας έφτασε στο αποκορύφωμα. Η μητρική αγάπη εξυμνήθηκε στους πολιτικούς λόγους, έγινε κίνητρο ψηφοθηρίας και εξυψώθηκε στα ποιητικά έργα.

Τα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα της καλής μητέρας είναι:

§ Οι γυναίκες είναι πρώτα και κύρια μητέρες. Η μητρότητα αποτελεί τον ύψιστο στόχο για μια γυναίκα. Μια γυναίκα που επιθυμεί από τη ζωή άλλα πράγματα, δεν είναι πραγματική γυναίκα- και η θηλυκότητά της δεν έχει νόημα.

§ Η μητρική αγάπη είναι δεδομένη από τη φύση, πηγάζει ενστικτωδώς και αποτελεί συνέπεια της βιολογικής πλευράς της μητρότητας.

§ Η μητρική αγάπη εκδηλώνεται μέσα από το γεγονός, ότι η μητρότητα καλύπτει ή θυσιάζει στο όνομά της όλες της υπόλοιπες προσδοκίες της ζωής.

§ Η μητρική αγάπη είναι ανιδιοτελής και προϋποθέτει θυσίες. Οι μητέρες αγαπούν τα παιδιά τους, χωρίς να απατούν κάποιο αντάλλαγμα για αυτό.

Ας δούμε όμως τι γίνεται στις μέρες μας κι ας ξεκινήσουμε από τις αρχές του 20ου αιώνα.

Κύριο σημείο είναι ότι το βάρος της ευθύνης του μητρικού ρόλου αυξήθηκε κατακόρυφα σε σχέση με τους προηγούμενους αιώνες,. Κι αυτό οφείλεται κυρίως στην εξέλιξη της ψυχολογίας και στην πρόοδο της ψυχανάλυσης. Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα γεννήθηκε η άποψη ότι οι πρώτες επαφές μητέρας – παιδιού επιδρούν καθοριστικά στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Η βιβλιογραφία της παιδαγωγικής και της ψυχολογίας έπεισαν τις γυναίκες για την τεράστια σημασία της μητρικής επιρροής στην πρώτη παιδική ηλικία.

Μέσω της ψυχανάλυσης η μητέρα γίνεται η βασική υπεύθυνη για τη τύχη του παιδιού της, κι έτσι το βήμα από την υπευθυνότητα στην ενοχή και τα συναισθήματα

ανεπάρκειας είναι πολύ μικρό. Σαν η μητέρα να είναι η μοναδική υπεύθυνη για την ψυχική υγεία, την ευτυχία και την επιτυχία στη ζωή του παιδιού της.

Οι γυναίκες σήμερα, κατά μέσον όρο, είμαστε πιο μορφωμένες, πιο ανεξάρτητες οικονομικά, κατασταλαγμένες επαγγελματικά και πιο αυτόνομες από παλιότερα. Μπορούμε να επιλέξουμε αν θέλουμε παιδιά ή όχι.

Αυτό δεν συνεπάγεται, βέβαια, την κατάρριψη του μύθου της καλής μητέρας. Το αντίθετο: αν οι γυναίκες των παλιότερων γενιών ένιωθαν την πίεση να γίνουν μητέρες, οι σημερινές γυναίκες , από τη στιγμή που θα γίνουμε μητέρες, νιώθουμε την πίεση να γίνουμε «καλές μητέρες».

Η στάση της «νέας μητρότητας» αποτελεί την πρώτη αντίδραση των γυναικών στην «ελευθερία επιλογής». Από τη δεκαετία του ’70 περίπου, οι γυναίκες μπορούν ν’ αποφανθούν εάν και πότε θέλουν να γίνουν μητέρες. Η διαδικασία να γίνει μια γυναίκα μητέρα δεν αποτελεί πλέον αυτόματο βιολογικό μηχανισμό – είναι μια πράξη ελεύθερης επιλογής.

Όσο οι γυναίκες (παλιότερα) γίνονταν μητέρες απλά και μόνο από φυσική συνέπεια, λίγο ως πολύ αυτόματα, μπορούσαν να βιώνουν τη μητρότητα από μεγαλύτερη απόσταση και πιο χαλαρά. Σήμερα όμως, που επιλέγουμε την κατάσταση αυτή συνειδητά και με γνώση των συνεπαγόμενων υψηλών απαιτήσεων, δεν μπορούμε παρά να είμαστε συνειδητοποιημένες και υπεύθυνες μητέρες. Έτσι, το άγχος, αν θα είναι μια γυναίκα «καλή μητέρα», συνδέεται άρρηκτα με την ελευθερία της επιλογής της.

Έτσι η μητρότητα έγινε καθαρά ατομική υπόθεση και οι γυναίκες έχασαν και το κοινωνικό στήριγμα της γυναικείας αλληλεγγύης και προστασίας που απολάμβαναν παλιότερα. Όταν η μητρότητα δεν αποτελούσε ελεύθερη επιλογή αλλά κοινωνικό ρόλο, η γυναίκα προετοιμαζόταν σ΄ όλη της τη ζωή να γίνει μητέρα. Με την αύξηση του αριθμού των γυναικών που εργάζονται εκτός σπιτιού συρρικνώθηκε η παραδοσιακή εικόνα της γυναικείας αλληλεγγύης στην αστική κοινωνία. Η νεαρή μητέρα της σημερινής εποχής είναι περισσότερο απομονωμένη από ότι οι μητέρες των παλιότερων εποχών. Η μητέρα της είναι πιθανό να κατοικεί πολύ μακριά ή να έχει άλλες ασχολίες όταν γεννηθεί το εγγόνι της.

Επομένως καλά κρατεί ο μύθος της «Καλής μητέρας» ο οποίος μπορεί να περιγραφεί ως εξής:

  • Είναι καλή και γλυκιά
  • Ασχολείται πολλές ώρες με το παιδί της
  • Έχει μεγάλη υπομονή – Δε φωνάζει ποτέ
  • Έχει μόνο θετικά συναισθήματα (περνάει πολύ καλά)
  • Τα καταφέρνει πολύ καλά και εκτός σπιτιού

Και ποια είναι τελικά η πραγματικότητα;

§ Υπεύθυνη, αναντικατάστατη, φορτωμένη με φόβους και ενοχές.

§ Μιλάει πολύ.

§ Καταβάλει μεγάλη προσπάθεια αλλά έχει λίγα αποτελέσματα.

§ Πολλούς πονοκεφάλους και συχνά δεν απολαμβάνει τα παιδιά της.

Μια τέτοια καλή μητέρα αισθάνεται ανεπάρκεια επειδή βλέπει ότι δε μπορεί να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις που έχουν οι άλλοι καθώς και η ίδια για τον εαυτό της. Παράλληλα δε δίνει στο παιδί την ευκαιρία να μεγαλώσει και να γίνει υπεύθυνο γιατί είναι πολύ απασχολημένη με το να είναι αυτή υπεύθυνη για αυτό. Ο ρόλος της μητέρας συχνά παρεξηγείται. Ίσως νιώθουμε ότι για να είμαστε καλές πρέπει να κυριαρχούμε μέσα στην οικογένεια και να ελέγχουμε τα παιδιά μας. Τις περισσότερες φορές νιώθουμε προσωπικά υπεύθυνες για ό,τι κάνουν και φερόμαστε με τέτοιο τρόπο σα να πιστεύουμε ότι η αρνητική συμπεριφορά των παιδιών μας δείχνει τη δική μας ανικανότητα σαν μάνες.

Η ζωή θα ήταν πολύ πιο απλή για όλες μας αν κάναμε λιγότερες προσπάθειες να γίνουμε «καλές μητέρες» – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα απέβαινε εις βάρος των παιδιών. Αναρωτηθήκατε ποτέ ότι ίσως τα παιδιά να είναι πιο δυνατά και λιγότερο εύθραυστα συναισθηματικά απ’ όσο εμείς νομίζουμε; Ίσως είναι αρκετό γι’ αυτά να περιβάλλονται από ένα σύνολο ανθρώπων που τα αγαπούν, να ζουν μέσα σε συγκεκριμένες δομές και μέσα σ’ αυτές τις δομές να λειτουργούν ελεύθερα.

Ένα εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί τόσες πολλές γυναίκες αποδεχόμαστε το μύθο, ότι η εξέλιξη του παιδιού μας εξαρτάται κυρίως από εμάς τις ίδιες; Ίσως γιατί η άρνηση αυτής της άποψης θα προκαλούσε αρκετή πικρία, μεγαλύτερη από την υπερφόρτωση, το άγχος, τη μεγάλη ευθύνη και τις βαριές τύψεις που αυτό συνεπάγεται. Ίσως, απ’ αυτή την αντίληψη να παίρνουμε μια ικανοποίηση που αντισταθμίζει τα πολλά βάρη που επωμιζόμαστε από την κοινωνία λόγω της μητρότητας.

Τι να κάνετε λοιπόν εσείς οι μητέρες;

– Να συνδέετε λιγότερο τις ανάγκες σας για ατομική εξέλιξη με τα παιδιά σας ( το παιδί αποτελεί μια ξεχωριστή μονάδα και η ανατροφή του θα πρέπει να βασίζεται στην παροχή βασικών κατευθύνσεων και στη θέσπιση ορίων όπου θα αφήνει χώρο για την εξέλιξή του)

– Να περιλαμβάνετε κι άλλους ανθρώπους στη διαδικασία ανατροφής των παιδιών. Όχι μόνο τον πατέρα αλλά κι άλλα πρόσωπα.

– Να έχετε το κουράγιο να αρνηθείτε το ρόλο της παντοδύναμης μητέρας. Να υιοθετήσετε μια στάση πιο νηφάλια πιο ρεαλιστική που θα σας απαλλάσσει από την αποκλειστική ευθύνη και τις αντίστοιχες ενοχές.

– Να προσδώσετε το δικό σας περιεχόμενο στην ευτυχία και στην επιτυχία και να μην είστε απόλυτες στο τι είναι ή δεν είναι επιτυχία για τα παιδιά σας.

Όταν ρωτάω τις μαμάδες τι θέλουν για τα παιδιά τους, η πλειοψηφία απαντάει υγεία και να είναι ευτυχισμένα. Τα παιδιά θα είναι ευτυχισμένα αν είστε εσείς ευτυχισμένες γιατί θα μπορείτε να το μεταδώσετε.

image002-16Ας γυρίσουμε όμως στο τελικό μας ερώτημα: πόση μητέρα χρειάζεται ο άνθρωπος; Η απάντηση θα ήταν πιο εύκολη αν είχαμε μια μονάδα μέτρησης. Ας υποθέσουμε ότι δανειζόμαστε το κιλό. Πόσα κιλά μητέρα χρειάζεται ο άνθρωπος;

1 κιλό; 10 κιλά; Ή μήπως 5 τόνους;

Χρειάζεται τόσο ώστε να μη πέφτει βαρύ, ούτε στο ίδιο το παιδί ούτε στη μάνα που εναποθέτει τα κιλά της. Και το βάρος είναι κάτι που το αισθανόμαστε καθώς κάθεται πάνω μας. Εμείς που το εναποθέτουμε το καταλαβαίνουμε, γιατί είμαστε εκεί ακινητοποιημένες με όλο μας το βάρος και δεν μπορούμε να κουνηθούμε ή να κάνουμε και κάτι άλλο. Και τα παιδιά μας που το δέχονται και το καταλαβαίνουν, επειδή το ίδιο ακινητοποιημένα είναι και αυτά.

Σκεφτείτε μια τέλεια super μαμά!

Τι αντιδράσεις προκαλεί στα παιδιά και τι διαφορά μπορεί να έχουν τα «ανάλαφρα» παιδιά.

image003-16



[1] Herrad Schenk (2003). Πόση μητέρα χρειάζεται ο άνθρωπος; Αθήνα. Εκδόσεις Θυμάρι.

[2] μητέρα η [mitéra] Ο26 : 1α. η γυναίκα σε σχέση με τα παιδιά που αυτή έχει γεννήσει ή υιοθετήσει· μάνα: Είναι ορφανός από ~. Γιορτή της μητέρας. Φρόντισε για τα παιδιά του άντρα της σαν αληθινή ~, τα περιποιήθηκε πολύ. Mητέρα του Θεού, η Παναγία. || ως προσφώνηση για την πεθερά.. 2. (μτφ.) α. για πρόσωπο που φροντίζει για τους άλλους όπως η μητέρα για τα παιδιά της: Είναι ~ για τους φτωχούς / τα ορφανά» (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών(1998). Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, ΑΠΘ).

image001-16

Παιδί και κατοικίδιο

Written by geroskipou on . Posted in Άρθρα

Τα κατοικίδια ζώα και … ο ανθρώπινος ψυχισμός

 

image001-16Αφροδίτη Κουτσίδου-Δασκάλα

Η σκέψη μας για τα ζώα – και ιδίως κατοικίδια- συνδέεται άρρηκτα και αυτομάτως με το γεγονός ότι είναι χαριτωμένα, συμπαθητικά και μας κρατούν συντροφιά. Εκτός από αυτό όμως, οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει ότι η συνύπαρξη με τα κατοικίδια επηρεάζει βαθιά τον ψυχισμό μας.
Ξεκινώντας από την παιδική ηλικία, έχει διαπιστωθεί ότι η ύπαρξη κάποιου κατοικίδιου ζώου είναι αναμφίβολα μάθημα ζωής για το παιδί.


Ένα ζωάκι στο σπίτι αποτελεί ένα αληθινό, καθημερινό μάθημα στοργής και ψυχικού “δεσίματος” με ένα άλλο έμβιο ον. Αλλά και πέρα από αυτό, η ύπαρξη ενός σκύλου, μιας γάτας, κάποιου πουλιού ή ψαριών στο οικιακό περιβάλλον καλλιεργεί το αίσθημα της ευθύνης και βοηθά το παιδί να ωριμάσει, καθώς μαθαίνει ότι η συμπεριφορά του πρέπει να είναι συνεπής και σταθερή απέναντι στους οικογενειακούς του φίλους. Με την παρουσία ζώων στο σπίτι το παιδί αντιλαμβάνεται καλύτερα τον κύκλο της ζωής, από τη γέννηση έως το θάνατο.

image002-16Μελέτες έδειξαν πως η επαφή ενός παιδιού με ένα ζώο συμβάλλει κατ’ αρχήν στην καλύτερη απόδοση του ανοσοποιητικού συστήματος, καθώς το σάλιο που εκκρίνουν τα ζώα ισχυροποιεί την ανοσοσφαιρίνη Α που καθιστά τον οργανισμό αποδοτικότερο στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων. Επειδή ακριβώς τα παιδιά εκτίθενται από νωρίς σε εστίες μολύνσεων, ο οργανισμός τους αυτόματα μπαίνει σε τροχιά άμυνας.

Τα κατοικίδια έχουν, επίσης, θεραπευτικές ικανότητες, καθώς έχει διαπιστωθεί πως η επαφή μαζί τους συμβάλλει θετικά σε ασθένειες, όπως το σύνδρομο Down, σε κάποιες μορφές αναπηρίας και τη δυσλεξία. Ακόμη, παιδιά με χρόνιες ασθένειες ανταπεξέρχονται καλύτερα στις θεραπείες τους (αιμοκαθάρσεις, παιδικός διαβήτης) και αναπτύσσουν αισιοδοξία -εφόσον επιτρέπεται ιατρικώς να έχουν κατοικίδιο-, γιατί ο δεσμός με το ζωάκι μειώνει το άγχος της ασθένειας.

Πέρα όμως από τα σωματικά οφέλη, είναι πολύ σημαντικά και τα πνευματικά στοιχεία που ενισχύονται από την ενασχόληση με τα ζώα. Το παιδί αποκτά σφαιρική ανάπτυξη και παράλληλες κοινωνικές δεξιότητες. Γιατί, εκτός από την πίστη, την αγάπη και τη φιλία που το δένει με το ζώο, μαθαίνει να δίνει χωρίς να περιμένει ανταλλάγματα.

Ένα κατοικίδιο εξασφαλίζει μια εξαιρετική ευκαιρία για το παιδί, στο να μάθει να είναι υπεύθυνο, εφόσον πρέπει να το φροντίζει και έτσι από νωρίς αντιλαμβάνεται τη σημασία των υποχρεώσεών του. Η απλή καθημερινή φροντίδα προς το κατοικίδιο του, του διδάσκει τη σημασία της προσφοράς αλλά και την ανταμοιβή της ικανοποίησης σε οτιδήποτε προσέχει και σέβεται.

Επιπλέον, οι έρευνες έδειξαν πως τα παιδιά που μεγαλώνουν με ένα ζώο έχουν μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση και είναι πιο κοινωνικά και συναισθηματικά. H παρουσία ενός κατοικίδιου συνιστά ένα άκρως ωφέλιμο μάθημα ιδεών και συναισθημάτων για τα παιδιά. Και αυτό γιατί τους δίνεται η ευκαιρία να αφυπνίσουν ευκολότερα τον ψυχικό τους κόσμο, με αποτέλεσμα την καλύτερη επαφή με τον εαυτό και τα συναισθήματά τους. Μπορούν να μάθουν και να χειριστούν καλύτερα τη γλώσσα του σώματος, ενώ εξαλείφουν σε μεγάλο βαθμό το συναίσθημα της μοναξιάς. Στις περιπτώσεις διαζυγίου, η συντροφιά ενός κατοικίδιου –ιδιαίτερα σκύλου-βοηθά τα παιδιά να ξεπεράσουν τα αρνητικά συναισθήματά τους, να νιώσουν ασφάλεια και σιγουριά. Όχι όμως αν το κατοικίδιο έχει ήδη «εμφανιστεί» λίγο πριν το διαζύγιο!

image003-16

Σημαντικό είναι το ότι επίσης βοηθιούνται στο να αντιληφθούν πιο άμεσα -από τη γέννηση, το μεγάλωμα έως το θάνατο του ζώου- τον κύκλο της ζωής, κάτι πολύ δύσκολα εξηγείται στις σωστές του διαστάσεις και γίνεται αντιληπτό, σε μικρές ηλικίες. Όλα αυτά τα ωφέλιμα συναισθήματα φαίνεται πως αξιοποιούνται και στην ενήλικη ζωή των παιδιών.

Πέρα από την υπευθυνότητα και την κοινωνικότητα, το πιο σημαντικό κέρδος στη σχέση παιδιού και κατοικίδιου είναι η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης, δηλαδή της ικανότητας του ανθρώπου να συναισθάνεται, μέσα από την αλληλεπίδραση τους άλλους ανθρώπους, να μπαίνει -όπως λέμε- στη θέση τους, να κατανοεί τα συναισθήματά τους και τις ανάγκες τους.

Προϋποθέσεις για την καλή συνύπαρξη ενός παιδιού με ένα ζώο είναι σίγουρα το παράδειγμα των γονέων ως προς τη συμπεριφορά απέναντί τους. Ένα ζώο δεν είναι παιχνίδι και σίγουρα τα παιδιά δεν ξέρουν πώς να χειριστούν τις ενστικτώδεις αντιδράσεις τους ή να γνωρίζουν τι χρειάζονται. Για αυτό πρέπει να τα μάθουν να μην τα ενοχλούν και να τα σέβονται. Καλό είναι ειδικά στις αρχές να είναι παρών κάποιος ενήλικας που θα επιβλέπει και θα κατευθύνει τη μεταξύ τους σχέση. Μεγάλη σημασία έχει η συνειδητοποίηση πως ένα ζώο θα είναι για πολλά χρόνια μέσα στο σπίτι, επομένως πρέπει να είναι σίγουροι για την απόφασή τους και να μην το αφήσουν στο δρόμο αργότερα, επειδή τελικά δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις του. Η υιοθέτηση ενός κατοικίδιου είναι μία απόφαση που θα πρέπει να παίρνεται μετά από σοβαρή σκέψη, αφού οι γονείς συνυπολογίσουν τις μακροχρόνιες υποχρεώσεις που μία τέτοια απόφαση επιφέρει.

Αφού λοιπόν συνειδητοποιήσουμε ότι και αυτά γίνονται δια βίου μέλη της οικογένειας μας μετά την απόκτησή τους, θα πρέπει να είμαστε τυπικοί σε ότι αφορά την πρόληψη της υγείας τους. Εμβολιασμοί και αποπαρασιτώσεις δεν πρέπει να παραλείπονται, μια και είναι θέμα δημόσιας υγείας.

image004-16Η συντροφιά των ζώων, λοιπόν, δεν ομορφαίνει απλώς τη ζωή μας, αλλά της δίνει νόημα και αποτελεί πηγή χαράς. Συνεισφέρει με ποικίλους τρόπους στη θετική διαμόρφωση του ψυχισμού και της διάθεσής μας. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι ένα κατοικίδιο αποτελεί ευθύνη και θα πρέπει να αναλάβουμε τη φροντίδα του διασφαλίζοντας την καλή φυσική αλλά και ψυχολογική κατάσταση του ίδιου του ζώου…

Πηγές

http://www.mustmag.gr/arthra/zoofilia/2121-ta-katoikidia

http://www.adespoto.gr/index.php?option=com_content&;view=article&id=2114:2011-03-23-07-53-56&catid=97:symboules&Itemid=70

http://www.activehealth.gr/new/servicedet.asp?p=&;type=1&id=67

Article Hits: {[hits}321{/hits}

Pafos 2017

Cyprus Tourism Organisation

Bus Schedule